Η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία 1912-1940
Αφιέρωση  στους 160 νεκρούς της ΕΒΑ που έπεσαν μαχόμενοι  και τις δεκάδες άλλους νέους που γύρισαν το 1944  στην Πατρίδα έχοντας τιμήσει τα ελληνικά χρώματα  στους φλεγόμενους ουρανούς Αφρικής και Ευρώπης 
Η μεγαλύτερη σε έκταση και διάρκεια εμπλοκή της ελληνικής πολεμικής-στρατιωτικής και ναυτικής-αεροπορίας σε πολεμικές επιχειρήσεις ήταν στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, από τον Οκτώβριο του 1940 μέχρι τον Μάιο του 1945.  
Η ιστορία αυτής της δραστηριότητας που κράτησε τέσσερα και πλέον χρόνια δεν είναι γεμάτη ούτε με αερομαχίες και καταρρίψεις εκατοντάδων εχθρικών αεροσκαφών, ούτε με συνεχείς εξόδους βομβαρδιστικών με σκοπό την καταστροφή δεκάδων εχθρικών στόχων, αλλά είναι γεμάτη από το κουράγιο και το απίθανο θάρρος λίγων ανθρώπων, και σ’αυτούς τους λίγους συμπεριλαμβάνονται όχι μόνο τα πληρώματα, αλλά και το προσωπικό εδάφους, που επιχειρούσαν από λιγότερο ή περισσότερο πρόχειρα αεροδρόμια, με αεροσκάφη που γνώριζαν πως ήταν ξεπερασμένα προ πολλού χρόνου, με λειψή εκπαίδευση, ιδιαίτερα στις σύγχρονες τακτικές εναέριας μάχης.  
Αυτοί οι νέοι με τις λίγες ώρες πτήσης στο ενεργητικό τους σε σύγκριση με τους αντιπάλους τους, οι νέοι οποίοι γνώριζαν πως κάθε απώλεια έμψυχου και άψυχου υλικού της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας δεν πρόκειται να αναπληρωθεί, τόλμησαν, και οι περισσότεροι θυσιάστηκαν στις χαράδρες της Πίνδου και της Αλβανίας, και οι λίγοι που απόμειναν τον Απρίλιο του 1941 είχαν το κουράγιο να σηκωθούν, μαζί τους Βρετανούς που επιχειρούσαν τότε στην Ελλάδα, για να αντιμετωπίσουν τα γερμανικά Μέσσερμιτς 109 και τα Γιούνγκερς 87 και 88. 
Αλλά δεν έμειναν εκεί· τα εναπομείναντα αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας και λίγα εκπαιδευτικά εγκατέλειψαν την κατεχόμενη πλέον πατρίδα και κατέφυγαν στην Αίγυπτο, όπου αποτέλεσαν τον πυρήνα γύρω από τον οποίο δημιουργήθηκε και πάλι η Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, έτοιμη να συνεχίσει τη μάχη εναντίον του Άξονα στους ουρανούς της Βόρειας Αφρικής, πάνω από τη θάλασσα της Μεσογείου και την σκλαβωμένη Ελλάδα, ακόμη και πάνω από την Ιταλία, όταν αυτή συνθηκολόγησε το 1943.
 
Τα πρώτα χρόνια του αεροπορικού όπλου στην Ελλάδα  
Το αεροπορικό όπλο εμφανίστηκε πάνω από τα πεδία των μαχών λίγα μόλις χρόνια μετά την πρώτη πτήση των αδελφών Ράιτ (1903). Η πρώτη εργασία που ανατέθηκε στους πρωτοπόρους πιλότους της εποχής ήταν η εναέρια παρατήρηση και η στρατιωτική ή ναυτική συνεργασία. Τα πεζοπόρα τμήματα, αλλά και ο στόλος έπρεπε πριν προχωρήσουν στην εκδήλωση μιας χερσαίας ή ναυτικής επιχείρησης να έχουν πλήρη γνώση των θέσεων που κατείχαν οι μονάδες του εχθρού. Αυτή την γνώση μόνο το αεροπλάνο μπορούσε να παρέχει. Ακριβώς αυτό συνέβη και με τον ελληνικό στρατό και το ναυτικό στη διάρκεια των δύο Βαλκανικών πολέμων. Στις 5 Οκτωβρίου 1912 ένα ελληνικό αεροσκάφος εκτέλεσε αναγνώριση των Οθωμανικών στρατευμάτων στην περιοχή της Ελασσόνας. Τις επόμενες ημέρες οι αποστολές επαναλήφθηκαν, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες, ενώ τα αεροσκάφη βομβάρδιζαν τις Οθωμανικές δυνάμεις με αυτοσχέδιες βόμβες, που είχαν μικρή αποτελεσματικότητα αλλά σημαντική ψυχολογική επίδραση. Σειρά, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, είχε η Ήπειρος. Η πρώτη αποστολή πάνω από την οχυρή θέση Μπιζάνι, κοντά στα Ιωάννινα, εκτελέστηκε στις 5 Δεκεμβρίου 1912. Οι αποστολές συνεχίστηκαν με επιτυχία, κυρίως στον τομέα του εντοπισμού στόχων για το ελληνικό πυροβολικό, μέχρι την απελευθέρωση της πόλης Ιωαννίνων, τον Φεβρουάριο 1913. 
Ανάλογη προσπάθεια χρησιμοποίησης αεροσκαφών έγινε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και από το ναυτικό. Δύο Έλληνες αξιωματικοί εκτέλεσαν την πρώτη στον κόσμο επιχείρηση αναγνώρισης και προσβολής πλοίων στις 24 Ιανουαρίου 1913. Αυτή περιλάμβανε την αναγνώριση της δύναμης του τουρκικού στόλου, στη βάση του στο Ναγαρά (Δαρδανέλια) και τον βομβαρδισμό με χειροβομβίδες των εγκαταστάσεων. Η αποστολή είχε σπουδαίο ψυχολογικό αντίκτυπο και απέδωσε σημαντικές πληροφορίες, ανοίγοντας το δρόμο για την αξιοποίηση του αεροπορικού όπλου και σε αεροναυτικές επιχειρήσεις. 

Η συμμετοχή της Ελλάδος στην Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο 
Η δημιουργία της Αεροπορικής Υπηρεσίας Στρατού, το 1915, έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη της στρατιωτικής αεροπορίας, στο πλαίσιο πάντα των αναγκών και σχεδίων δράσης του στρατού ξηράς. Ήδη από τα τέλη του 1913 είχε ιδρυθεί στρατιωτικό αεροδρόμιο στην περιοχή της Θεσσαλονίκης και τεθεί σε εφαρμογή το οργανόγραμμα της νέας υπηρεσίας. Η Ελλάδα, όμως, απέκτησε οργανωμένη αεροπορική δύναμη με την εμπλοκή της στις επιχειρήσεις του Α΄ ΠΠ στην περιοχή της Μακεδονίας. Οι Γάλλοι ανέλαβαν την οργάνωση και την εκπαίδευση των Ελλήνων πιλότων και τεχνικών στις εγκαταστάσεις του αεροδρομίου που ίδρυσαν στην περιοχή Σέδες της Θεσσαλονίκης. Μετά την εκπαίδευση των στελεχών από τους Γάλλους η Αεροπορική Υπηρεσία Στρατού μετατράπηκε το 1918 ουσιαστικά σε διακριτό όπλο του ελληνικού στρατού.  
Η πρώτη Ελληνική Μοίρα ήταν η 532 Μοίρα Αναγνώρισης. Ακολούθησαν, το 1918, η 531 Μοίρα Δίωξης, η 533 Μοίρα Αναγνώρισης και Βομβαρδισμού (ΜΑΒ) και τέλος, η 534 Μοίρα Αναγνώρισης. Σημαντική ήταν η συμβολή των ελληνικών Μοιρών στη μάχη του Σκρά ντι Λέγκεν, όπου ανέλαβαν αποστολές ρύθμισης των βολών πυροβολικού, βομβαρδισμού και αναγνώρισης του μετώπου, υποστηρίζοντας την επίθεση των Μεραρχιών του Ελληνικού Στρατού. Η Ναυτική Αεροπορία 
Αντίθετα με την αργή, τουλάχιστον στην αρχή, ανάπτυξη της στρατιωτικής αεροπορίας, η αεροπορία ναυτικής συνεργασίας του ελληνικού πολεμικού ναυτικού, εξαιτίας της καλής φήμης που απέκτησε στη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού πολέμου, της παρουσίας το 1914 στην Ελλάδα βρετανικής αποστολής που μεριμνούσε για τον εκσυγχρονισμό του πολεμικού ναυτικού αλλά και της παρουσίας στις τάξεις της του πρωτοπόρου Έλληνα αεροπόρου Αριστείδη Μωραϊτίνη, ήδη από τις αρχές του 1914 είχε οργανωθεί στο Ναυτικό Αεροπορικό Σώμα, στο πλαίσιο του ελληνικού πολεμικού ναυτικού. Για αυτό τον λόγο, πριν η χώρα εισέλθει επίσημα στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τον Ιούνιο 1917, ο Μωραϊτίνης και η μοίρα του, υπό τις διαταγές της κυβέρνησης Εθνικής Αμύνης του Ε. Βενιζέλου, είχαν ενταχθεί στη 2 Βρετανική Πτέρυγα του RNAS (Royal Naval Air Service), με πεδίο δράσης κυρίως την Αν. Μακεδονία και τη Θράκη, όπου οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι είχαν αναπτύξει σημαντικές αεροπορικές δυνάμεις. Η άριστη απόδοση των Ελλήνων αεροπόρων στις επιχειρήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, ανάμεσά τους ξεχωρίζει η επίθεση αεροσκάφους με κυβερνήτη τον Αριστείδη Μωραϊτίνη και παρατηρητή-βομβαρδιστή τον ανθυπολοχαγό Ψύχα εναντίον του αεροδρομίου των Γερμανών και Βουλγάρων στη Δράμα (Μάρτιος 1918),έπεισε τους συμμάχους να επιτρέψουν, το καλοκαίρι του 1917, τη δημιουργία της ελληνικής ναυτικής μοίρας Ζ. Μάλιστα, όταν στις αρχές του 1918, τα πλοία του τουρκικού ναυτικού Yavuz Sultan Selim (πρώην Goeben) και Breslau (πρώην Midilli), που είχαν ενταχθεί στον Οθωμανικό στόλο με γερμανικά πληρώματα, προσπάθησαν να διαφύγουν προς το Αιγαίο. Οι Άγγλοι και οι Γάλλοι με τη συμμετοχή του ελληνικού σμήνους Ζ κατόρθωσαν τον μεν Midilli να το οδηγήσουν σε ναρκοπέδιο και τελικά στη βύθισή του, ενώ το Yavuz το ανάγκασαν να επιστρέψει στα Δαρδανέλια. Στο πλαίσιο αυτής της επιχείρησης ο πλωτάρχης Μωραϊτίνης κατέρριψε τρία εχθρικά αεροσκάφη Το καλοκαίρι του 1918, το σμήνος ναυτικής συνεργασίας εκτέλεσε επιχειρήσεις σε στόχους στη Μ. Ασία, εξαφανίζοντας την εχθρική αεροπορία από το Αν. Αιγαίο. Μετά τη συνθηκολόγηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ελληνικό Σμήνος με επικεφαλής τον Πλωτάρχη Αριστείδη Μωραϊτίνη πέταξε στο αεροδρόμιο του Αγ. Στεφάνου, στην Κωνσταντινούπολη. Η εμφάνιση των Ελλήνων αεροπόρων στην Πόλη έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, από τον εκεί ελληνικό πληθυσμό.

Η ελληνική πολεμική αεροπορία στη Μικρά Ασία  
Όταν ο ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στη Σμύρνη, τον Μάιο 1919, το ελληνικό αεροπορικό οπλοστάσιο περιλάμβανε περίπου 120 αεροσκάφη διαφόρων τύπων, από τα οποία τα 70 ανήκαν στη Στρατιωτική Αεροπορία (ΣΑ) και τα υπόλοιπα στη Ναυτική Αεροπορία (ΝΑ). Η οθωμανική πολεμική αεροπορία είχε διαλυθεί, ενώ προς τα τέλη του 1919 οι τουρκικές δυνάμεις υπό τον Μουσταφά Κεμάλ άρχισαν σιγά-σιγά να οργανώνουν αεροπορική δύναμη.  
Στο τέλος του 1919 οργανώθηκε η Διεύθυνση Αεροπορικής Υπηρεσίας Στρατιάς (ΔΑΥΣ), που ενσωμάτωσε όλες τις αεροπορικές δυνάμεις στη Μ. Ασία. Οι μέχρι τότε Μοίρες 532, 533 και 534 μετονομάστηκαν σε Α΄, Β΄ και Γ΄ Μοίρες Αεροπλάνων αντίστοιχα, με τυπική δύναμη 8-12 αεροσκάφη καθεμιά. Στην ίδια υπηρεσία, την ΔΑΥΣ, ανήκε και η Ναυτική Αεροπορική Μοίρα Σμύρνης.  
Η κύρια αποστολή της ελληνικής αεροπορίας ήταν η στρατιωτική συνεργασία, χωρίς να εγκαταλείπεται ο πολυβολισμός και ο βομβαρδισμός εχθρικών μονάδων. Το αχανές μικρασιατικό μέτωπο μόνο από αέρος ήταν δυνατόν να ελεγχθεί και για αυτό προκειμένου να επιτυγχάνεται άμεση εκμετάλλευση των πληροφοριών που προέρχονταν από την εναέρια παρατήρηση, οργανώθηκαν πρόχειρα πεδία προσγείωσης στο μέτωπο, από όπου τα πληρώματα έδιναν αναφορά, είτε, όταν κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να γίνει, έριχναν φάκελο με πληροφορίες στα ελληνικά στρατεύματα που μάχονταν στην περιοχή. Οι βασικές τακτικές περιλάμβαναν πτήση σε μεσαίο ύψος, ενώ συχνά τα πληρώματα κατέβαιναν πολύ χαμηλά για αναγνώριση και αύξηση της ακρίβειας των βολών, με τίμημα αρκετές απώλειες από τα εχθρικά πυρά. Τις αποστολές αναγνώρισης, πολυβολισμού και βομβαρδισμού αναλάμβανε κυρίως η Στρατιωτική Αεροπορία, ενώ τα πληρώματα της Ναυτικής Αεροπορίας εκτέλεσαν κυρίως αποστολές βομβαρδισμού, λόγω μικρής εμπειρίας στη συνεργασία με τις επίγειες δυνάμεις. 
Η κατάσταση μεταβλήθηκε στο μέτωπο στις αρχές του 1922, όταν η Τουρκική αεροπορία έχει πλέον ανασυνταχθεί, κυρίως με βοήθεια και υλικό γαλλικής προέλευσης. Τώρα οι Έλληνες χειριστές έχουν να αντιμετωπίσουν και την αεροπορία δίωξης του εχθρού.  
Στις 14 Αυγούστου 1922 άρχισε η σύμπτυξη του Ελληνικού Στρατού και παρά τη σύγχυση, οι αεροπόροι καθοδήγησαν αρκετά τμήματα σε ασφαλές δρομολόγιο υποχώρησης, ενώ παρακολουθούσαν στενά το τουρκικό ιππικό, που εκτελούσε ελιγμούς κύκλωσης των ελληνικών στρατευμάτων. Μέχρι το τέλος Αυγούστου 1922, όσα αεροσκάφη διασώθηκαν, πέταξαν σε ελληνικό έδαφος. 
Στη μικρασιατική εκστρατεία έγινε εντατική χρήση του αεροπορικού όπλου, χωρίς όμως καθοριστικά αποτελέσματα, λόγω του περιορισμένου αριθμού αεροσκαφών σε σχέση με το τεράστιο εύρος του μετώπου. Τα πληρώματα της Αεροπορίας, αποτέλεσαν τα μάτια του Γενικού Στρατηγείου, εξασφαλίζοντας την εικόνα του πεδίου της μάχης. Παράλληλα κατάφεραν την καταστροφή στόχων, ενώ κατά την υποχώρηση της Στρατιάς διέσωσαν με τις αναφορές τους, χιλιάδες στρατιώτες από την αιχμαλωσία και τον θάνατο.

Η ελληνική πολεμική αεροπορία στη διάρκεια του Μεσοπολέμου  
Παρά τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που δημιούργησε στη χώρα η ήττα στη Μικρά Ασία και κυρίως το προσφυγικό κύμα που ακολούθησε, εντούτοις γρήγορα σημειώνονται οι πρώτες προσπάθειες για την ανασυγκρότηση και τον εκσυγχρονισμό της πολεμικής αεροπορίας. Το 1925 ξεκίνησε η παραλαβή νέων αεροσκαφών αναβαθμίζοντας σημαντικά τις δυνατότητες της. Στο πλαίσιο της Στρατιωτικής Αεροπορίας οργανώθηκε, στη Θεσσαλονίκη, το Γ΄ Σύνταγμα Αεροπλάνων. Παράλληλα για να υποστηριχθεί αυτή η προσπάθεια ανάπτυξης του όπλου ιδρύθηκε το Εργοστάσιο Αεροσκαφών Φαλήρου, αργότερα Κρατικό Εργοστάσιο Αεροσκαφών, με τη φιλοδοξία να γίνει κέντρο σχεδίασης και κατασκευής των αεροσκαφών της πολεμικής αεροπορίας. Παρά την αποτυχία του εγχειρήματος ΚΕΑ ΧΑΛΙΔΩΝ, το εργοστάσιο στράφηκε με επιτυχία στην παραγωγή τύπων κατόπιν αδείας και την παροχή συντήρησης αεροσκαφών όλων των επιπέδων.  
Αποτέλεσμα της προσπάθειας εκσυγχρονισμού του όπλου ήταν το Δεκέμβριο 1929, η ίδρυση του υπουργείου Αεροπορίας, με πρώτο υπουργό τον ίδιο και στενότερο συνεργάτη του τον Αλέξανδρο Ζάννα. Η ενοποιημένη ΠΑ καθιερώθηκε ως αυτοτελής Κλάδος των Ενόπλων Δυνάμεων με το Νόμο 5121 «Περί Οργανισμού της ΠΑ» την 10η Ιουλίου 1931, σύμφωνα με τον οποίο ορίστηκε ότι η Αεροπορία θα αποτελούνταν από τρεις Σμηναρχίες. 
Το 1931 ακολούθησαν νέες παραλαβές αεροσκαφών και την ίδια χρονιά ιδρύθηκε στο Τατόι η Σχολή Αεροπορίας, μετέπειτα Σχολή Ικάρων (1967), η οποία υπήρξε το φυτώριο των νέων Αξιωματικών. Τον Ιανουάριο του 1933, η Γ΄ Σμηναρχία και η Β΄ Αεροπορική Βάση συνενώθηκαν και αποτέλεσαν τη Σμηναρχία Σέδες. Με το νομοθετικό διάταγμα της 28 Ιουνίου 1933 οι Σμηναρχίες Τατοΐου, Λαρίσης και Σέδες μετονομάστηκαν σε Αεροπορικές Βάσεις. Το 1934 ιδρύθηκε το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας και το 1935 παραλήφθηκαν σύγχρονα εκπαιδευτικά αεροσκάφη. Λόγω της επανόδου στο τέλος του 1935 του βασιλικού θεσμού η αεροπορία μετονομάστηκε σε Ελληνική Βασιλική Αεροπορία, σε συντομία ΕΒΑ. 
Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπισε η Ελλάδα, ήταν η εξεύρεση ικανών αεροσκαφών σε αριθμό και επιδόσεις, προκειμένου να ανταποκριθεί στην επερχόμενη λαίλαπα του Β΄ ΠΠ. Όλες οι ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Βρετανία, Πολωνία, Γερμανία), οι οποίες κατασκεύαζαν και υποστήριζαν τα αεροσκάφη είχαν δώσει προτεραιότητα στον επανεξοπλισμό των δικών τους Αεροποριών. Άλλο σημαντικό πρόβλημα ήταν το οικονομικό. Το 1936 τα οικονομικά της Ελλάδος δε βρισκόταν στην καλύτερη κατάσταση, τα τελευταία, μάλιστα, χρόνια της δεκαετίας του ’30 είχε επιβληθεί μια άτυπη στάση πληρωμών, η οποία δυσκόλευε πολύ την εξεύρεση των αναγκαίων πόρων μέσω εξωτερικού δανεισμού. Εξάλλου η Γαλλία και η Αγγλία πριν από την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου δεν ήταν διατεθειμένες όχι μόνο να παρέχουν στη σύμμαχο Ελλάδα τις αναγκαίες πιστώσεις, αλλά και να κάνουν δήλωση υποστήριξης της χώρας, εάν αυτή δεχόταν επίθεση από μη βαλκανική χώρα. Όταν όμως αποβιβάστηκαν οι Ιταλοί, τον Απρίλιο του 1939, στην Αλβανία, τότε μόνο προχώρησαν σε δηλώσεις υποστήριξης. Πάντως λίγο μετά τις εγγυήσεις, τον Ιούνιο, η Βρετανία έσπευσε να αποδεσμεύσει 2.000.000 στερλίνες για να μπορέσει να αγοράσει η Ελλάδα πολεμικό υλικό. Ήταν όμως αργά. Ο πόλεμος που άρχισε τρεις μήνες αργότερα , τον Σεπτέμβριο του 1939, δεν επέτρεψε την εκπλήρωση του μεγαλύτερου μέρους των ελληνικών παραγγελιών.  
Τα χρόνια 1936-1939 η Γερμανία, όμως, είχε φροντίσει, για λόγους εξωτερικής πολιτικής, να εφοδιάσει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις με στρατιωτικό υλικό όχι με την καταβολή συναλλάγματος αλλά με την διαδικασία κλήρινγκ, ουσιαστικά δηλαδή με την ανταλλαγή του υλικού με αγροτικά και άλλα ελληνικά προϊόντα. Παρά την εμφανή, όμως, αδυναμία της βρετανικής κυβέρνησης να ενισχύσει την Ελλάδα με το πολυπόθητο πολεμικό υλικό και παρά τη μεγάλη συσσώρευση ενεργητικού κεφαλαίου για την Ελλάδα στις ελληνο-γερμανικές συμφωνίες κλήριγκ, ο Μεταξάς έλαβε σοβαρά υπόψη τις παρατηρήσεις του Λονδίνου και απέφυγε να προχωρήσει σε μεγάλης κλίμακας συμφωνίες αγοράς πολεμικού υλικού από τη Γερμανία. Είναι χαρακτηριστικό των προθέσεων του δικτάτορα το γεγονός της αποπομπής του αντιπρόεδρου και υπουργού των Οικονομικών Κ. Ζαβιτζιάνου από την κυβέρνηση, μετά από την αντίδραση της Βρετανίας στην πρόθεση να εκμεταλλευτεί η χώρα το ενεργό απόθεμα στις συμφωνίες με τη Γερμανία κλήριγκ για την αγορά πολεμικού υλικού. Η Ελλάδα υπήρξε η μόνη χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης που δεν καθυποτάχτηκε οικονομικά και πολιτικά στη χιτλερική Γερμανία και αυτό υπήρξε συνειδητή επιλογή της ηγεσίας της χώρας. 

Η ελληνική πολεμική-στρατιωτική και ναυτική-αεροπορία πριν από τον Οκτώβριο 1940  
Παρά τα εξαιρετικά στενά περιθώρια επιλογών η Αεροπορία κατόρθωσε να προμηθευτεί 36 καταδιωκτικά P.Z.L. P.24F/G από την Πολωνία, 9 καταδιωκτικά Bloch MB.151 και 12 βομβαρδιστικά Potez 633 B2 Grec από τη Γαλλία, 12 ναυτικής συνεργασίας Avro Anson Mk I, 12 βομβαρδιστικά Bristol Blenheim MkIV και 12 βομβαρδιστικά Fairey Battle B.1 από το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και 16 αναγνωριστικά Henschel Hs126K-6 και 12 υδροπλάνα Dornier Do22Kg από τη Γερμανία. Ενδεικτικό του κλίματος ενίσχυσης της Αεροπορίας, που επικρατούσε μεταξύ των Ελλήνων ήταν και η συμβολική, λόγω του μικρού αριθμού τους, απόκτηση τεσσάρων καταδιωκτικών από δωρεές ομογενών (δύο Avia B.534 και δύο Gloster Gladiator MkI), που ήταν και τα πρώτα σύγχρονα αεροσκάφη που παρέλαβε την περίοδο αυτή. 
Ο Β΄ ΠΠ που ξέσπασε το 1939, στάθηκε η αφορμή να μείνουν ανεκτέλεστες αρκετές παραγγελίες της Αεροπορίας, όπως τα 12 βομβαρδιστικά Potez 633 B2 Grec, τα 12 ναυτικής συνεργασίας Avro Anson Mk I, τα 16 καταδιωκτικά Bloch MB.151, τα 12 βομβαρδιστικά Bristol Blenheim MkIV και τα 32 αναγνωριστικά Henschel Hs126K-6. Είχαν, επίσης, παραγγελθεί 24 καταδιωκτικά Spitfire Mk I και 30 καταδιωκτικά F4F-3A Wildcat. Σημαντική ήταν, επίσης, η προσπάθεια οργάνωσης του δικτύου αεροδρομίων. Οι μεγαλύτερες Αεροπορικές Βάσεις βρίσκονταν στο Σέδες, τη Λάρισα, το Τατόι, το Φάληρο, τη Νέα Αγχίαλο και την Ελευσίνα. Ακόμη, είχαν οργανωθεί 23 βοηθητικά αεροδρόμια και άλλα 22 του λεγόμενου «εμπιστευτικού δικτύου». 
Παράλληλα, με τις παραγγελίες στο εξωτερικό, από την 1η Ιανουαρίου 1938 έως την 28η Οκτωβρίου 1940, συναρμολογήθηκαν στο ΚΕΑ 62 αεροπλάνα, κυρίως εκπαιδευτικά, ενώ επισκευάστηκαν και συντηρήθηκαν συνολικά 169 αεροσκάφη όλων των τύπων, μαζί με 294 κινητήρες αεροσκαφών. Αρκετά από τα πυρομαχικά των αεροσκαφών ήταν ελληνικής κατασκευής, της ΕΕΠΚ (Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου Καλυκοποιείου).

Η ελληνική πολεμική αεροπορία στα πρώτα χρόνια του πολέμου (1940-1941)  
Με την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου τον Οκτώβριο 1940, η διάταξη μάχης της Αεροπορίας περιλάμβανε κατανομή του αεροπορικού δυναμικού, μεταξύ των τριών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, με αποτέλεσμα ο Στρατός, το Ναυτικό και η Αεροπορία να κρατήσουν στον επιχειρησιακό τους έλεγχο τα αεροσκάφη που εξυπηρετούσαν το δόγμα επιχειρήσεών τους. Η διάταξη μάχης ήταν η ακόλουθη : 
• Ανωτέρα Διοίκηση Αεροπορίας Στρατού (ΑΔΑΣ) 
o Διοίκηση Αεροπορίας Στρατιωτικής Συνεργασίας (ΔΑΣΣ) 
 1η Μοίρα Παρατήρησης στο Περιγιάλι Κορινθίας, ενταγμένη στο Α΄ Σώμα Στρατού, με αεροσκάφη Breguet 19 A2/B2. 
 2η Μοίρα Παρατήρησης στην Κοζάνη, ενταγμένη στο B΄ Σώμα Στρατού, με αεροσκάφη Breguet 19 A2/B2. 
 2828 Ανεξάρτητο Σμήνος Παρατήρησης στην Ήπειρο, ενταγμένο στην VIII Μεραρχία, με αεροσκάφη Breguet 19 A2/B2. 
 3η Μοίρα Παρατήρησης, ενταγμένη στο Γ΄ Σώμα Στρατού με τα 3/1 και 3/2 Σμήνη του ΤΣΔΜ (Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας) με αεροσκάφη Henschel Hs126K-6 (Λεμπέτ Θεσσαλονίκης και Κούκλαινα Βεροίας). 
 4η Μοίρα Παρατήρησης (Αμυγδαλεώνας Καβάλας και αργότερα Γιδάς και Κούκλαινα Βεροίας) με αεροσκάφη Potez 25 TOE. Διέθετε το 4/1 Σμήνος, ενταγμένο στο Δ΄ Σώμα Στρατού, και το 4/2 Σμήνος, ενταγμένο στην Ομάδα Μεραρχιών. 
o Διοίκηση Αεροπορίας Βομβαρδισμού (ΔΑΒ) 
 31η Μοίρα Βομβαρδισμού με αεροσκάφη Potez 633 B2 Grec στη Λάρισα. 
 32η Μοίρα Βομβαρδισμού με αεροσκάφη Bristol Blenheim MkIV στη Λάρισα. 
 33η Μοίρα Βομβαρδισμού με αεροσκάφη Fairey Battle B.1 στη Ν. Αγχίαλο Βόλου. 
o Διοίκηση Αεροπορίας Διώξεως (ΔΑΔ) 
 21η Μοίρα Διώξης με αεροσκάφη P.Z.L. P.24F/G και Gloster Gladiator MkI στα Τρίκαλα. 
 22η Μοίρα Διώξης με αεροσκάφη P.Z.L. P.24F/G στη Θεσσαλονίκη. 
 23η Μοίρα Διώξης με αεροσκάφη P.Z.L. P.24F/G στη Λάρισα. 
 24η Μοίρα Διώξης με αεροσκάφη Bloch MB.151 και Avia B.534 στην Ελευσίνα. 
• Ανωτέρα Διοίκηση Αεροπορίας Ναυτικού (ΑΔΑΝ) 
o 11η Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας με αεροσκάφη Fairey IIIF Mk I/III/IIIM στο Βαλτούδι Μαγνησίας. 
o 12η Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας με αεροσκάφη Dornier Do22Kg στη Σαλαμίνα. 
o 13η Μοίρα Ναυτικής Συνεργασίας με αεροσκάφη Avro Anson Mk I στην Ελευσίνα. 
Συνοπτικά, κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, υπήρχαν 158 πολεμικά αεροσκάφη, όλων των τύπων, ενταγμένα στις παραπάνω Μονάδες, από τα οποία φέρονται να ήταν εν ενεργεία τα 128. Από αυτά μόλις τα 79 (εν ενεργεία τα 59) ήταν καταδιωκτικά και βομβαρδιστικά. Επίσης, υπήρχαν ακόμα 63 εκπαιδευτικά και βοηθητικά αεροσκάφη. 
Κατά τις επιχειρήσεις που ακολούθησαν, η Αεροπορία κλήθηκε να αντιμετωπίσει αρχικά την Ιταλική Αεροπορία, η οποία παρέτασσε 463 αεροσκάφη πρώτης γραμμής και γενικά καλύτερων επιδόσεων. Ωστόσο, η Αεροπορία, από την αρχή αντιμετώπισε αποφασιστικά τους Ιταλούς σε όλο το φάσμα των αποστολών και σε όλο το μήκος του μετώπου, αλλά και των μετόπισθεν. Κατά τη διάρκεια του εξάμηνου πολέμου σημειώθηκαν αναρίθμητα περιστατικά, που έδειξαν τόσο την αποφασιστικότητα, όσο και την αποτελεσματικότητα του προσωπικού, παρά τη συντριπτική υπεροχή των Ιταλών. Αξιομνημόνευτη είναι η περίπτωση που σημειώθηκε την 2α Νοεμβρίου, κατά την οποία ένα Breguet Bre 19, εκτελώντας χαμηλή πτήση κατά μήκος των αλβανικών συνόρων, εντόπισε την ιταλική Μεραρχία Αλπινιστών, “Julia”, τη στιγμή ακριβώς που είχε εισδύσει στην Πίνδο και κινούνταν προς κατάληψη του Μετσόβου. Το γεγονός αυτό, μετέβαλε ριζικά την κατάσταση του μετώπου υπέρ των Ελλήνων. Την ίδια μέρα ο Υποσμηναγός Μαρίνος Μητραλέξης πετώντας με αεροσκάφη PZL, κατά τη διάρκεια αερομαχίας, αφού εξάντλησε τα πυρομαχικά του, “έκρουσε” με την έλικα του αεροσκάφους του, το πηδάλιο ενός ιταλικού βομβαρδιστικού CANT Z.1007 Alcione, με αποτέλεσμα αυτό να συντριβεί στο έδαφος. 
Με τη σταδιακή εξέλιξη των επιχειρήσεων, η Αεροπορία ενισχύθηκε με 22 Gloster Gladiator MkII και 6 Bristol Blenheim MkI από τα βρετανικά αποθέματα. Σημαντική ήταν η συμβολή της RAF, η οποία εξορμώντας από ελληνικά και αιγυπτιακά αεροδρόμια, κατάφερε σημαντικά πλήγματα κατά των Ιταλικών γραμμών ανεφοδιασμού. 
Κατά τις επιχειρήσεις εναντίον της Ιταλικής Αεροπορίας, οι Έλληνες Αεροπόροι πέτυχαν 64 επιβεβαιωμένες καταρρίψεις και διεκδίκησαν ακόμα 20 πιθανές, έναντι 24 επιτυχιών των Ιταλών. Οι Μοίρες Δίωξης έχασαν συνολικά 14 αεροπλάνα σε αερομαχίες ή λόγω αναγκαστικών προσγειώσεων. Επιπλέον, 28 Ιταλικά αεροσκάφη καταστράφηκαν από τα ελληνικά βομβαρδιστικά και άλλα 23 από τα αντιαεροπορικά όπλα, όταν οι απώλειες τις Αεροπορίας από ανάλογη δράση των Ιταλών ανήλθαν σε 8 και 5 αεροσκάφη, αντίστοιχα. Συνολικά, η Αεροπορία είχε 49 νεκρούς και 22 τραυματίες στον αγώνα εναντίον των Ιταλών. 
Η εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα την 6η Απριλίου 1941 με δύναμη άνω των 1.000 αεροσκαφών βρήκε την Αεροπορία αρκετά αποδυναμωμένη. Παρά την χαοτική διαφορά δυναμικότητας, τα ελληνικά καταδιωκτικά κατέρριψαν 4 γερμανικά αεροσκάφη. Τα περισσότερα ελληνικά αεροσκάφη, που είχαν απομείνει από τον εξάμηνο πόλεμο, καταστράφηκαν από τις μαζικές επιθέσεις της Luftwaffe στα ελληνικά αεροδρόμια. Ακόμα 6 χάθηκαν σε αερομαχίες. Μόλις 14 από τη συνολική δύναμη κατάφεραν να διαφύγουν στη Μ. Ανατολή. 
Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων της περιόδου 1940-1941, οι Μοίρες Δίωξης εκτέλεσαν 804 πολεμικές αποστολές, που αντιστοιχούν σε 1530 ώρες πτήσης. Αντίστοιχα, τα βομβαρδιστικά αεροσκάφη εκτέλεσαν 237 πολεμικές αποστολές, πετώντας 926 ώρες. Τέλος, τα αεροσκάφη Στρατιωτικής Συνεργασίας πέταξαν αντίστοιχα 252 ώρες σε πολεμικές αποστολές. 

Η ελληνική πολεμική αεροπορία στη Μέση Ανατολή και την Ιταλία (1941-1944) 
Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Γερμανούς, ένα σημαντικό κομμάτι του προσωπικού μαζί με το υλικό που δεν καταστράφηκε, διέφυγαν στη Μ. Ανατολή. Την ανώτατη διοίκηση της Αεροπορίας στη Μέση Ανατολή ασκούσε το υπουργείο Αεροπορίας, με έδρα το Κάιρο. Στη Γάζα της Παλαιστίνης δημιουργήθηκαν μονάδες επισκευής και τεχνικής εκπαιδεύσεως. Στα κέντρα Νοτίου Ροδεσίας και Αφρικής παρέχονταν εκπαίδευση σε δόκιμους χειριστές και άλλες τεχνικές ειδικότητες, οι οποίοι ενώθηκαν με τον πυρήνα, που είχε σταλεί από τον Ιανουάριο του 1941, στο Ιράκ (Χαμπανίγια) για εκπαίδευση από τους Βρετανούς. 
Στο πλαίσιο της ανασυγκρότησης της Αεροπορίας οργανώθηκαν τρεις Μοίρες, που υπήχθησαν επιχειρησιακά στη RAF. Αρχικά οργανώθηκε η 13η Μοίρα Ελαφρού Βομβαρδισμού (ΜΕΒ), με δύναμη 5 αεροπλάνων Anson Mk I. Η Μοίρα ανέλαβε αποστολές από τον Ιούνιο του 1941, ενώ το Νοέμβριο παρέλαβε αεροσκάφη Bristol Blenheim MkIV, τα οποία ανέλαβαν κυρίως ανθυποβρυχιακές αποστολές, ενώ τον Ιανουάριο του 1943 ενισχύθηκε και με Bristol Blenheim MkV Bisley. Τον Αύγουστο του 1943, παρέλαβε τα βομβαρδιστικά Martin A-30 Baltimore MkIII/IV/V και συνέχισε τις επιχειρήσεις συνοδείας νηοπομπών και ανθυποβρυχιακού πολέμου. Κατά τη μετακίνηση των Ελληνικών Μοιρών στην Ιταλία, η 13η Μοίρα, επιχείρησε εντατικά σε αποστολές βομβαρδισμού, εναντίον των Γερμανών στην Γιουγκοσλαβία. 
Τον Οκτώβριο του 1941 δημιουργήθηκε η 335 Βασιλική Ελληνική Μοίρα Διώξεως (ΒΕΜΔ) με αεροσκάφη Hawker Hurricane MkI και στη συνέχεια με Hawker Hurricane MkII, μέχρι τον Δεκέμβριο του 1943, οπότε και αντικαταστάθηκαν με Supermarine Spitfire Mk Vb/Vc. Σημαντική όσο και συμβολική ήταν η δράση της Μοίρας, εναντίον του Ιταλικού Στρατηγείου Μ. Ανατολής, την 28 Οκτωβρίου 1942. Σε ανάλογο πλαίσιο και με τον ίδιο εξοπλισμό οργανώθηκε και η 336 ΒΕΜΔ, τον Φεβρουάριο του 1943. Οι δύο Μοίρες ανέλαβαν πλήθος αποστολών αναχαίτισης και συνοδείας, αλλά και περιπολίες του εναέριου χώρου. Σημαντική ήταν η συμβολή όλων των ελληνικών Μοιρών, κατά τις συμμαχικές αεροπορικές επιδρομές στην Κρήτη, από τον Ιούλιο έως τον Νοέμβριο του 1943. Το φθινόπωρο του 1944, οι 335 και 336 ΒΕΜΔ μετακινήθηκαν στην Ιταλία, όπου συνέχισαν τις αποστολές δίωξης μαζί με σημαντικό πλήθος αποστολών προσβολής επίγειων στόχων. 
Το συνολικό πτητικό έργο των 335 και 336 ΒΕΜΔ ανέρχεται σε 32.927 ώρες πτήσης από τις οποίες οι 13616 σε πολεμικές αποστολές, ενώ η 13η Μοίρα εκτέλεσε 6166 αποστολές. Το τίμημα ήταν βαρύ με 69 πεσόντες, ενώ ακόμα 29 απεβίωσαν κατά την αντίσταση εναντίον του κατακτητή ή λόγω κακουχιών κατά τη γερμανική κατοχή. 
Δεν αναφέρονται αεροσκάφη τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τους Έλληνες για τη διατήρηση της πτητικής τους ικανότητας ή την εκπαίδευσή τους στα βρετανικά εκπαιδευτικά κέντρα, αλλά δεν εντάχθηκαν σε ελληνικές Μοίρες στη Μ. Ανατολή, όπως ήταν τα Hawker Audax, Airspeed Oxford, Harvard και Gloster Gladiator.

Βαγγέλης Δρακόπουλος